ἰκμαἶος


ἰκμαἶος
ἰκμαἶος, , Beiname des Zeus, der Befeuchtende, Regenspendende

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ικμαίος — ἰκμαῑος, ὁ (Α) [ικμάς] (ως επίθ. τού Διός) αυτός που υγραίνει τη γή, αυτός που χαρίζει ικμάδα …   Dictionary of Greek

  • ἰκμαίοιο — ἰκμαῖος god of rain masc gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰκμαίου — ἰκμαῖος god of rain masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰκμαίῳ — ἰκμαῖος god of rain masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Зевс — У слова «Зевс» есть и другие значения: см. Зевс (значения). Зевс …   Википедия

  • Icmaevs — ICMAEVS, i, Gr. Ἰκμαῖος, ου, ein Beynamen des Jupiters, unter welchem ihm Aristäus einen Altar in der Insel Ceo aufrichtete. Apollon. l. II. v. 524 …   Gründliches mythologisches Lexikon

  • ίκμιος — ἴκμιος, ον, θηλ. και ία (Α) [ικμάς] 1. υγρός 2. (ως επίθ. τού Αρισταίου) ικμαίος*. [ΕΤΥΜΟΛ. < ικμ άς + ιος αντί τού *ικμά διος < θ. ικμάδ τού ἰκμάς, άδος] …   Dictionary of Greek

  • ικμάδα — η (ΑΜ ἰκμάς, άδος) η υγρασία τής γης και η θρεπτική της δύναμη την οποία απομυζούν τα φυτά νεοελλ. στοιχείο ζωτικότητας, η δύναμη για ζωή αρχ. 1. φυσική υγρασία 2. κάθε είδος ζωικών χυμών ή εκκρίσεων 3. σταγόνα, στάλα 4. φρ. «ἰκμὰς Βάκχου» το… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.